γράφει ο Θωμάς Σίδερης
15 μήνες χωρίς… αλληλεγγύη. Όλοι είναι πρόθυμοι ν’ ακούσουν το πρόβλημά μου. Ή σχεδόν όλοι. Κάνουν ότι ακούν, κουνάνε συγκαταβατικά το κεφάλι, μου σφίγγουν το χέρι, με χτυπάνε φιλικά στην πλάτη, μου λένε «παντού τα ίδια χάλια είναι» ή «κάνε υπομονή». Οι συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι με διαβεβαιώνουν ότι ασχολούνται μαζί μου, ότι κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους, ότι θα προωθήσουν το ζήτημά μου στα ανώτερα συνδικαλιστικά κλιμάκια, ότι θα πιέσουν με τον τρόπο τους τον εργοδότη μου. Με παροτρύνουν να χτυπάω κάρτα στις συνελεύσεις του Συλλόγου, στις αποχές, στις απεργίες, στις πορείες. «Το κίνημα χρειάζεται και τη δική σου συμμετοχή» με διαβεβαιώνουν. Αλλά εγώ δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου από την ήττα. Είμαι καθηλωμένος σ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι που κι αυτό με τη σειρά του είναι κολλημένο σ’ ένα λασπότοπο ή μισοχωμένο στην άμμο. Δε με νοιάζει που είναι ανάπηρος, με πειράζει που έκαναν την ψυχή μου ανάπηρη, που μ’ έκαναν να νιώθω, να σκέφτομαι και να φέρομαι σαν ανάπηρος.
15 μήνες χωρίς… λεφτά. Ή με λίγα, πολύ λίγα λεφτά. Ε λοιπόν, αυτό που διαπίστωσα, κανένας δεν πρόκειται να σου χτυπήσει την πόρτα. Εκτός κι αν είναι κάποιος δικαστικός επιμελητής για το μη εξυπηρετούμενο δάνειο. Σε αντίθεση με την πόρτα, το τηλέφωνο χτυπάει διαρκώς. 211… 212… 213… Το σήμα κατατεθέν των εισπρακτικών. Μου ζητάνε επιβεβαίωση των στοιχείων μου. Πατρώνυμο και τα τρία πρώτα ψηφία του αριθμού φορολογικού μητρώου. Συνεχώς επαναλαμβάνω μέσα μου τα τρία πρώτα ψηφία για να μην τα ξεχνάω. Και σαν κατάδικος στο Άουσβιτς, πάλι μ’ αυτά τα τρία ψηφία θα μ’ αναγνώριζαν.
15 μήνες χωρίς… να μπορώ να βρω πουθενά το δίκιο μου. Η διευθύντρια του τοπικού παραρτήματος της Επιθεώρησης Εργασίας νομίζω ότι μοιράζεται την ίδια παρτίδα στο ίδιο στημένο παιχνίδι με τον εργοδότη μου. Την πρώτη φορά που πήγα να τη βρω, είχε πάει στη λαϊκή. Οι συνάδελφοί της μού είπαν απλώς «απουσιάζει». Καθώς έφευγα, συναντηθήκαμε στο ασανσέρ. Εγώ κρατούσα το ντοσιέ με τα δικαιολογητικά κι εκείνη τις τσάντες της λαϊκής. Τη δεύτερη φορά που βρέθηκα στο γραφείο της και διαμαρτυρήθηκα γιατί δεν πραγματοποιεί ελέγχους, με πέταξε ωρυόμενη έξω. Την τρίτη φορά, μόλις με είδε, απείλησε ότι θα φωνάξει την αστυνομία. Έχω κάνει ως τώρα τουλάχιστον τρεις αναφορές στον υπουργό Εργασίας, στο Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας και στον Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και αυτό που έλαβα –ομολογουμένως με γενναιοδωρία- ήταν η απόλυτη σιωπή τους.
15 μήνες χωρίς… το πρωινό ξύπνημα, χωρίς τις φάτσες και τις φωνές των συναδέλφων μου. Έστω κι αν κάποιοι από αυτούς ανταμείβονται με κάποια μικρά φιλοδωρήματα και κάποια έναντι του κατοστάρικου. Τελικά, η σιωπή δε θέλει πολλά, εξαγοράζεται και με εκατό ευρώ.