Ο ύμνος του Ολυμπιακού διά χειρός Βαγγέλη Περπινιάδη

Γράφει ο Θωμάς Σίδερης

Βρισκόμαστε στα 1963, νύχτα της 19ης προς 20ή Σεπτεμβρίου. Η ομάδα του Ολυμπιακού επιστρέφει από την Κωνσταντινούπολη, όπου στο στάδιο Μιτάτ-Πασά, λίγες ώρες πριν, έχει κερδίσει τη βουλγαρική Λέφσκι με 1-0, με κεφαλιά του Στεφανάκου. Η ομάδα του Πειραιά φέρνει στο λιμάνι το Βαλκανικό Κύπελλο. Στο αεροδρόμιο του Ελληνικού, εκείνη τη νύχτα, γίνεται χαλασμός. Περισσότεροι από 5.000 ερυθρόλευκοι οπαδοί υποδέχονται την ομάδα τους. Από το Ελληνικό, όλος αυτός ο κόσμος ακολουθεί, σε πομπή με τα πόδια, τους παίχτες στον Πειραιά. Ανάμεσα στους χιλιάδες οπαδούς τού Ολυμπιακού είναι και ο Στράτος Διονυσίου.Ο Βαγγέλης Περπινιάδης θυμάται με νοσταλγία εκείνη τη νύχτα:

«Όταν τελείωσε η μεταμεσονύχτια φιέστα, ο Διονυσίου και ο κοινός μας φίλος Τάκης Λαζόπουλος ήρθαν στο σπίτι μου, στο Χαϊδάρι. Ξύπνησα τη γυναίκα μου, τη Μαρίτσα, να μας φτιάξει καφέδες, να πιούμε. Οι δύο φίλοι μου μιλούσαν για τους θριάμβους του Ολυμπιακού εναντίον ξένων ομάδων. Άρχισα να γράφω τα πρώτα λόγια. Ξεκρέμασα το μπουζούκι από την κουζίνα και σκάλισα τις χορδές. Τα λόγια που έγραψα εκείνη τη στιγμή ήταν το “Ολυμπί- Ολυμπί- Ολυμπιακέ / Φλαμένζι  Λέφ-σκι νίκησες / Σιάντος και Ζαγκλεμπιέ”. Ψιθύρισα μια γρήγορη μελωδία όπως μου ήρθε τότε, έγραψα και τα υπόλοιπα λόγια και μέχρι να ξημερώσει το είχα γράψει σε μια ταινία μαγνητοφώνου. Πρωί-πρωί, τηλεφώνησα στον πρόεδρο της εταιρείας Οντεόν – Παρλοφών, τον Μίνωα Μάτσα, και του είπα:

“Κύριε Μάτσα, απόψε όλη τη νύχτα έφτιαξα ένα τραγούδι-ύμνο για τον Ολυμπιακό, ύστερα απ’ αυτό το ντελίριο που έγινε στο αεροδρόμιο».

«Να το ακούσω», ήταν η απάντηση του Μάτσα.

Άνοιξα το μαγνητόφωνο, πλησίασα το ακουστικό του τηλεφώνου και όταν τελείωσε, ο Μάτσας μου είπε:

«Φέρ’ το αμέσως τώρα και σε δύο ώρες το γράφεις με την ορχήστρα σου στο στούντιο».

Έτσι έγινε.  Και μέσα σε λίγες ώρες ο Ύμνος του Ολυμπιακού ήταν έτοιμος. ‘Έγινε  μεγάλη επιτυχία, τον τραγουδούσαν οι φίλαθλοι του Ολυμπιακού στις επόμενες δεκαετίες».

Λίγους μήνες αργότερα, ο Περπινιάδης γράφει τραγούδι για την ΑΕΚ  αλλά και για τον Παναθηναϊκό. Τον Ολυμπιακό όμως, όπως φαίνεται από τα γεγονότα, τον αγάπησε ο Περπινιάδης και από… εμπορικής πλευράς, και είναι πολύ φυσικό αυτό. Τον πρώτο καιρό που κυκλοφόρησαν τα τραγούδια του για τις τρεις μεγάλες ομάδες, οι κυκλοφορίες των δίσκων 45 στροφών ήταν: Ύμνος της ΑΕΚ 25.000 δίσκοι, Ύμνος του Παναθηναϊκού 15.000 δίσκοι και Ύμνος του Ολυμπιακού350.000 δίσκοι!

«Από τότε, λέει ο Βαγγέλης Περπινιάδης, έβαλα το χέρι μου πάνω στο δίσκο και ορκίστηκα πίστη στην ομάδα του Πειραιά».

*   *   *

Ο Βαγγέλης Περπινιάδης ήταν γιος του ρεμπέτη Στελάκη Περπινιάδη. Ως νέος έψελνε στην Οσία Ξένη της Κοκκινιάς. Ο ίδιος λέει ότι τ’ όνειρό του ήταν να γίνει παπάς. Του άρεσε σαν επάγγελμα και τον ενθουσίαζε σαν ιδέα, γι’ αυτό και έκανε τα πρώτα του βήματα προς αυτήν την κατεύθυνση. Είχε, μάλιστα, χειροτονηθεί «αναγνώστης». Πίσω ακριβώς από το ιερό της εκκλησίας όπου έψελνε ήταν ένα ταβερνάκι, του Γιάννη Τομπούλογλου, με όλα κι όλα πέντε τραπεζάκια και δέκα καρέκλες. Εκεί πήγαινε ο Βαγγέλης Περπινιάδης και έπαιζε κιθάρα με δυο-τρεις φίλους του. Το μέταλλο της φωνής του τράβηξε την προσοχή του ταβερνιάρη (οικογενειακού φίλου του Περπινιάδη), ο οποίος και τον πήγε στο Πεδίον του Άρεως, στην Αθήνα, όπου γινόταν διαγωνισμός ταλέντων.

Τη σκηνή της ακρόασης, που είχε ως αποτέλεσμα το εντυπωσιακό ντεμπούτο του Βαγγέλη στο τραγούδι, μας την περιγράφει ο ίδιος:

«Ήταν αρχές Ιουνίου 1947, όταν βρέθηκα ανάμεσα σε πολλά νέα παιδιά στο Άλσος του Πεδίου του Άρεως, εκεί που παρουσίαζε τα νέα ταλέντα ο Μίμης Τραϊφόρος. Όταν τον πλησίασα, μπροστά στο μικρόφωνο με ρώτησε:

“Τι τραγούδι θα μας πεις, μικρέ μου;”

“Το Λίγες καρδιές αγαπούνε”, του απάντησα.

Ο Τραϊφόρος ενθουσιάστηκε από τη φωνή μου αλλά και γιατί το τραγούδι αυτό ήταν γνωστή μεγάλη επιτυχία της συζύγου του, της Σοφίας Βέμπο. Ενώ όλα τα παιδιά στο διαγωνισμό, εκείνο το βράδυ, έλεγαν από ένα ή μισό τραγούδι, εμένα, όταν τελείωσα, μου πρότεινε να πω και δεύτερο. Και πράγματι, είπα κι άλλο τραγούδι, το Σβήσε το φως κι έλα κοντά μου, επιτυχία κι αυτό της Βέμπο. Κατεβαίνοντας από τη σκηνή, ο Τραϊφόρος μου είπε να μη φύγω. Ακολουθώντας τον στα παρασκήνια χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε, αντάλλαξε μερικές κουβέντες με τον συνομιλητή του και όταν τελείωσαν, μου είπε:

“Μικρέ μου, είσαι πολύ τυχερός. Στο τηλέφωνο ήταν ο Νικήτας Πλατής, θιασάρχης στο θέατρο Αύρα του Κορυδαλλού”.

Πριν προλάβει να μου εξηγήσει ο Τραϊφόρος, ο Πλατής ήταν μπροστά μου και μου είπε:

“Από αύριο το βράδυ θα έρχεσαι στο θέατρο, θα λες τρία-τέσσερα τραγούδια, ενδιάμεσα από τα σκετς της παράστασης, και θα παίρνεις 30 δραχμές”.

Ήταν πολύ καλά λεφτά για έναν νέο καλλιτέχνη που ξεκινούσε καριέρα. Τα επόμενα  δέκα χρόνια τραγούδησα στα γνωστά λαϊκά κέντρα της Κοκκινιάς, Περιβόλα και Κεφάλα».

Εξώφυλλο δίσκου του Στελλάκη Περιπινιάδη και Στράτου Παγιουμτζή.

>>> treno

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s