Οι αιωνίως έφηβοι του ‘80

Γράφει ο Θωμάς Σίδερης  

Στην εφηβεία μου γνώρισα μέσα από το ραδιόφωνο κάποιους ανθρώπους: τον «Γιώργο» του Κραουνάκη, τη «Ρίτα» και τον «Φάνη» των Κατσιμίχα, την «Ευλαμπία» του Γιοκαρίνη. Τριάντα χρόνια μετά, τι απέγιναν αυτοί οι άνθρωποι;

Καταρχήν, θέτω ως αξίωμα ότι όλοι τους βρίσκονται στη ζωή. μάταιη, ξεμάταιη, αυτοί κυκλοφορούν ακόμα ανάμεσά μας. Είναι καλά ή σχεδόν καλάεν πάση περιπτώσει είναι όπως όλοι μας: την παλεύουν. Έφαγαν στη μούρη τους δεκατέσσερα μνημόνια και ογδόντα εφαρμοστικούς, αλλά την έβγαλαν καθαρή. Ακόμα και το λουλουδάκι της Χιροσίμα βρήκε χώμα μέσα στις στάχτες και άνθισε.H πιο δύσκολη περίπτωση ήταν ο Γιώργος, αφού κι ο δημιουργός του τραγουδιού τον είχε μάλλον ξεγραμμένο. Αλλά εκείνος τούς ξεγέλασε όλους: τον χάρο, τους γιατρούς που στέκονταν από πάνω του σαν τον χάρο, τα κοράκια που περίμεναν ένα τηλέφωνο από τους εφημερεύοντες τραυματιοφορείς και σαβανοφόρους. Ο Γιώργος έμεινε στην εντατική κάμποσες εβδομάδες και μετά για κάνα δυο μήνες –μπορεί και παραπάνω- μεταφέρθηκε σε απλό θάλαμο δημόσιου νοσοκομείου, μαζί με άλλους οκτώ νοματαίους. Από τους οκτώ, πήραν εξιτήριο για τον επάνω κόσμο μόνο οι τρεις. Ένας από αυτούς ήτανε και ο Γιώργος.

Όσο καιρό έμεινε μέσα, δεν πήγε κανένας να τον δει. Ωστόσο, ο συμπυκνωμένος χυμός βυσσινάδας περίμενε –επί ματαίω- στο μπουκάλι, τρίτο ράφι δεξιά, στο κυλικείο του νοσοκομείου. Οι γιατροί όταν είδαν ότι το φακελάκι άργησε μια μέρα, αποφάσισαν να τον επισκέπτονται βδομάδα παρά βδομάδα και μετά το πέρας της πρώτης έκοψαν εντελώς.

Την εποχή που ο Γιώργος ήταν στο νοσοκομείο, έξω από το σαραβαλιασμένο παράθυρό του έπνεε ένας ούριος άνεμος, ένα αεράκι αλλαγής και αισιοδοξίας. Το ΕΣΥ του Αντρέα έμοιαζε με μωρό στην περπατούρα, που σκόνταφτε συνεχώς πάνω σε ράντσα και παρατημένες άδειες φιάλες οξυγόνου.

Μια τέτοια φιάλη χρειάστηκε κι ο Φάνης, μέρα μεσημέρι στο Τζάνειο. Το άσθμα του ‘χε μείνει αμανάτι από τη φυλακή και κάθε φορά που έπιανε νοτιάς και έφερνε υγρασία, του φούντωνε ο βήχας κι ένιωθε ένα χέρι να του πιάνει και να του σφίγγει το λαιμό, όπως τότε. Αλλά η κλαδική των προμηθευτών του Τζανείου συνόδευε εκείνη την εποχή τον Αντρέα σε επιχειρηματικό ταξίδι στη Λιβύη και το μόνο αέριο που είχε το νοσοκομείο ήταν το γκάζι. Ο Φάνης διακομίστηκε στο «Σωτηρία» και μετά από καμιά δεκαπενταριά μέρες τον είδε ένας ηλεκτροσυγκολλητής, συνάδελφος του πατέρα μου, να κερνάει ούζο και μεζέ στο καφενείο απέναντι από τον πυροσβεστικό σταθμό Δραπετσώνας. Ήταν καλά.

Τι με κοιτάς; Δε με πιστεύεις; Αφού σου λέω, ήταν καλά. Εκεί τον είδε κι ένας εργολάβος και τον πήρε νυχτοφύλακα σ’ ένα καράβι που είχε έρθει στη ΝΑΥΣΙ και θα καθόταν μέχρι του χρόνου το καλοκαίρι. Μέσα στα καρνάγια της Ζώνης και παραδίπλα στη «γερμανική σκάλα» τριγυρνούσε ένας παράξενος τύπος που παρίστανε τον ναυτικό, αλλά ο Φάνης τον είχε δει κάποτε να πουλάει πόρτα πόρτα βιβλία κι όταν τον ρώτησε πώς τον λένε αυτός του είπε «Λούη». Ο Φάνης τού ζήτησε τσιγάρο, ο Λούης έβγαλε από την τσέπη του σακακιού την κασετίνα, του άναψε το τσιγάρο με τον αναπτήρα που μύριζε μπενζίνα, όλος ο αέρας μύριζε μπενζίνα, αλλά το Πέραμα τι άλλο να μυρίζει, εξόν από μπενζίνα και ψαρόλαδο.

Η Οδύσσεια –όνομα και πράμα- της διπλανής αυλής και της χαμηλής μεσοτοιχίας με τους ασοβάτιστους τσιμεντόλιθους έδωσε στην Ευλαμπία το μπουκαλάκι με το ψαρόλαδο με την οδηγία να μουσκέψει ένα μπαμπακάκι και να το βάλει όλη νύχτα πάνω στο φουσκωμένο ούλο. Ο φρονιμίτης πάλευε να βγει κι η Ευλαμπία να σκάσει από τ’ αυγό της.

Την επομένη το πρωί το μουρουνέλαιο είχε ταγκιάσει στο στόμα της και το 16χρονο –τότε- κορίτσι πήρε το οικογενειακό βιβλιάριο ασθενείας, ο πατέρας της οικοδόμος, και στήθηκε στην ουρά για τον οδοντογιατρό στο ΙΚΑ Κολωνού. Φανοποιοί, φαναρτζήδες, αργυροχρυσοχόοι, επιπλοποιοί με το μολυβάκι στ’ αυτί, μαρμαράδες, ηλεκτρολόγοι εγκαταστάσεων κι ένας αποθηκάριος, που τη δεκαετία του ’90 έγινε υπεύθυνος λοτζίστικς, περίμεναν κι αυτοί στην ίδια ουρά. Ο οδοντογιατρός, της αλλαγής: σφράγισμα και απονεύρωση το απόγευμα στο γιατρείο μου, βγάλσιμο κατόπιν ραντεβού, το πολύ ένα τροχισματάκι.

Η Ευλαμπία ανήσυχη, χτυπούσε ασυνείδητα το ελβιελάκι της στο μωσαϊκό, έχασε την πρώτη ώρα τη γυμναστική και τώρα εννέα και τέταρτο θα είχε μπει στην τάξη ο μαθηματικός. Ήταν ακόμα στις πιθανότητες και στα σύνολα. Το σύνολο του εργατικού αντρικού πληθυσμού ήταν προσηλωμένο στο ελβιελάκι της και στο σιουτέν που λόγω εφηβείας έβγαζε νοκ άουτ τη μία κόπιτσα μετά την άλλη. Με συνοπτικές αλλά δημοκρατικές διαδικασίες και ύστερα από ομόφωνη απόφαση, οι άντρες με πονόδοντο στο ΙΚΑ Κολωνού παραχώρησαν πανηγυρικά τη θέση τους στην Ευλαμπία. Το ελβιελάκι σταμάτησε μπροστά στην πρασινοβαμμένη πόρτα και ένα χεράκι ροδαλό, της αναγεννήσεως, τη χτύπησε.

«Ποιος είναι;» φώναξε η Ρίτα και βλαστήμησε την τύχη της αφού την έκοβαν από το διάβασμα για τέταρτη φορά μέσα σε μια ώρα. Την πρώτη ήταν η σπιτονοικοκυρά της που ήρθε να της ζητήσει το νοίκι, τη δεύτερη ήταν πάλι η σπιτονοικοκυρά γιατί ξέχασε να της πει για τα κοινόχρηστα και την τρίτη ήταν ξανά η σπιτονυκοκυρά για να της πει πως μέσα στο σπίτι της δε γουστάρει να βλέπει τις νοικάρισσες να φέρνουν άντρες. Την τέταρτη ήταν ο ταχυδρόμος που της έφερνε γράμμα από το «Μέτωπο». Ο Δημητράκης ήταν του Μηχανικού και τώρα υπηρετούσε τη θητεία του έξω από το Κιλκίς.

Η Ρίτα ήταν φοιτήτρια Νομικής και την Τετάρτη έδινε αστικό. Το δε αστικό δεν ήταν λεωφορείο αλά τρένο, φορτωμένο μέχρι το ταβάνι με νόμους, νόμους, νόμους… Οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ζήσουν μια χαρά χωρίς αστικό δίκαιο, οι φοιτητές πολύ καλύτερα, αλλά χωρίς έρωτα δε μπορεί να ζήσει ουδείς. Κι ο Δημητράκης ήθελε ακόμα δεκάξι μήνες και βύσμα δεν υπήρχε ούτε γι’ αστείο, αυτή στην ΚΝΕ κι αυτός στις Συσπειρώσεις.

Οκτώβριος 2012.

Ο Γιώργος κάτω από ένα υπόστεγο με καπνόμπαλες. Κάπου μακριά ακούγεται μια ορχήστρα να παίζει κι η πρόστυχη φωνή της «Φροσάρας» να τυλίγεται γύρω από το καλώδιο –θηλιά του μικροφώνου. Παραίσθηση ή τρέλα; Ο Γιώργος καπνίζει. Δίπλα του παρατημένο ένα κουτάκι ζαντάκ για το στομάχι.

Η Ευλαμπία είναι μια ζουμερή ξανθιά νοσηλεύτρια του ΙΚΑ και νυν ΕΟΠΥΥ Κολωνού. Είναι η χαρά των χειρούργων ορθοπεδικών που θαυμάζουν την περιβόητη ευλυγισία της. Φαίνεται ότι εκείνη η επίσκεψη στον οδοντογιατρό τής σημάδεψε για πάντα τη ζωή της. Η Ευλαμπία βαράει με απέραντη ευχαρίστηση αντιγριπικά εμβόλια σε γέρους, αντιφλεγμονώδεις ενέσεις σε ασθενείς με οσφυλαγία, ισχυαλγία και αυχενικά σύνδρομα, ενώ έχει εξειδικευτεί στις ινσουλίνες για διαβητικούς.

Η Ρίτα είναι δικηγόρος Αθηνών. Εξελέγη δύο φορές δημοτική σύμβουλος με το ΠΑΣΟΚ και στις επόμενες εκλογές θα είναι υποψήφια βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ. Για την ιστορία, παντρεύτηκε τον σερβιτόρο και όχι τον Δημητράκη, που της κέρασε τον καφέ όταν κατέβηκε με άδεια από τη Μονάδα του.

Ο Φάνης πέρασε πριν από καμιά βδομάδα από το ιατρείο των «Γιατρών Χωρίς Σύνορα». Ήθελε φάρμακα για το άσθμα και ρωτούσε αν με το χαρτί απορίας μπορεί να κάνει γενική αίματος και PSA για τον προστάτη. Του έχουν πέσει σχεδόν όλα τα μαλλιά.

>>> ΠΗΓΗ: treno

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s