ΤΟ ΦΟΥΣΚΩΜΕΝΟ ΠΟΤΑΜΙ ΤΟΥ ΕΛΤΣΙΝ

Γράφει ο Θωμάς Σίδερης

Ιερά Οδός και Κωνσταντινουπόλεως. Μέρα μεσημέρι. Ή μάλλον μεσημέρι. Γύρω στις μιάμισι. Ο Ελτσίν προσπαθεί να περάσει το σιδερένιο καρότσι του από τις γραμμές του τρένου.

Ο Ελτσίν είναι Κούρδος. Είναι οκτώ χρόνων. Μπα, μοιάζει μεγαλύτερος. Δέκα, ίσως και έντεκα. Έχει δύναμη. Οι χούφτες του κρατάνε γερά το καρότσι στην κατηφόρα. Κάνουν αντίσταση. «Αντίσταση», απαγορευμένη λέξη.

Το καρότσι του είναι ένα καρότσι σούπερ μάρκετ. Κλεμμένο. Μπορεί και κάποιος να το παράτησε στο μυχό του πεζοδρομίου. Να το ξέχασε. Να το άφησε εξεπίτηδες για να κοπανάνε πάνω του οι ατζαμήδες οδηγοί. Μπορεί και να το χάρισε κάποιος στον Ελτσίν. Πάντα υπάρχει ένα καρότσι σ’ αυτόν τον κόσμο για τον Ελτσίν.

Το καρότσι ήταν αρχικά άδειο. Δεν ήτανε πάντοτε άδειο. Κάποτε γέμιζε με πολυσυσκευασίες εβαπορέ, καφέ εσπρέσσο σε μεταλλικό κουτί, μακαρόνια ριγκατόνε, μαγιονέζα λάιτ, δημητριακά ολικής άλεσης και κωλόχαρτα με βελούδινη υφή. Σε συσκευασία των δώδεκα τεμαχίων τα κωλόχαρτα.

Ο Ελτσίν γέμισε το καρότσι με τα δικά του υλικά. Υλικά ενός σύμπαντος που αρχίζει από την Πειραιώς και τελειώνει λίγο πριν τη Γεωπονική Σχολή. Τα λάφυρα του Ελτσίν. Ζάντες παιδικού ποδηλάτου, δεκατέσσερις μπετούγιες που τις άνοιξαν κρύα και παγωμένα χέρια, ένα σαραβαλιασμένο καρότσι λαϊκής, η φτερωτή ενός ανεμιστήρα που σιχάθηκε τα καλοκαίρια, η κεραία ενός κασετοφώνου που ήτανε κάποτε και ραδιόφωνο μαζί. Ένα μεταλλικό φαράσι, τα τρία πόδια από μια καρέκλα, η πόρτα ενός πλυντηρίου ρούχων, πόμολα από κουζίνα –αυτά ήταν πραγματικά σαν καινούρια!-, ένα κουτί από πλαστικό χρώμα, μια ζυγαριά μανάβη, δεκαετία του ’60 στην επαρχία. Και πάνω πάνω, σαν κερασάκι στην τούρτα, ένα δίκοχο φαντάρου παλιού. Του πυροβολικού ασυζητητί. Ξέρω, σου λέω.

Το καρότσι μπροστά, ο Ελτσίν από πίσω, κι από πίσω από τον Ελτσίν το λεωφορείο της γραμμής προς Αιγάλεω, ίσως και προς Χαϊδάρι, πίσω από το λεωφορείο ένα νωχελικό ταξί κι ακόμα παραπίσω γιωταχί επίσημης ελληνικής αντιπροσωπείας, κατασχεμένο από τράπεζα και ξαναπουλημένο μισοτιμής σε έμπορο της Νίκαιας απ’ όπου το αγόρασε τελικώς και ο σημερινός ιδιοκτήτης του.

Το καρότσι σκαλώνει στις γραμμές. Ο Ελτσίν πεισμώνει. Το σπρώχνει λίγο πίσω και ξανά μπροστά με δύναμη. Οι ρόδες κολλάνε στις ράγες. Το λεωφορείο ανάβει φλας και προσπερνάει. Τι μεγάλες ρόδες που έχει το λεωφορείο! Το βλέμμα του Ελτσίν ξαναγυρνάει στο καρότσι. Ακούγεται το κουδούνισμα της φυλασσόμενης διάβασης. Το νωχελικό ταξί αποφασίζει να γίνει ξαφνικά νευρικό και επιταχύνει. Τελευταία στιγμή είδε τον Ελτσίν. Τι γρήγορα που γυρίζουν οι ρόδες στα ταξί!. Ο Ελτσίν ιδρώνει. Οι μπάρες κατεβαίνουν. Το τρένο έρχεται φουριόζο από του Ρουφ. Σφυρίζει.

Οι ράγες γίνονται ξαφνικά ποτάμι. Σαν το ποτάμι που πέρασε πριν δυο χρόνια ο Ελτσίν. Ο Έβρος. Ο Ελτσίν εδώ και μια χώρα απέναντι. Μακριά, στο βάθος, τα φώτα της Ορεστιάδας. Αυτό το όνομα το έλεγε συχνά ο δουλέμπορος.

Το τρένο πλησιάζει και το ΙΧ φρενάρει πάνω στις μπάρες. Ο Έβρος της Κωνσταντινουπόλεως ποτάμι φουσκωμένο. Ο φόβος του Ελτσίν σταλάζει στην άσφαλτο. Κάνεις λάθος. Ο φόβος δεν έφυγε ποτέ από τα μάτια του.

Ο οδηγός, άντρας, 30 με 45, το τάργκετ γκρουπ ενός κόμματος νεοναζιστών, μεσαίου ή κατώτερου μορφωτικού επιπέδου, με ΙΧ αγορασμένο μισοτιμής από έμπορο της Νίκαιας, παίρνει το δίκοχο από το καρότσι του Ελτσίν και το φορά. Ο Ελτσίν νομίζει ότι είναι αστείο. Μέχρι που το χειλάκι του πάει να σκάσει λιγουλάκι. Αλλά δεν είναι.

Το τρένο διασχίζει κάθετα την Ιερά Οδό. Ο άντρας κλωτσά με μανία το καρότσι του Ελτσίν πάνω στο τρένο. Το συγκεκριμένο βαγόνι ήταν η σκευοφόρος. Και πάνω στη σκευοφόρο ένα κακοφτιαγμένο γκράφιτι «Ο Χριστός σταυρώθηκε για σένα». Ο Ελτσίν δεν ξέρει να διαβάζει. Ο Ελτσίν, επίσης, δεν προλαβαίνει να δει το καρότσι του την ώρα που πέφτει πάνω στο τρένο. Ακούει μόνο τον ήχο της στραπατσαρισμένης  φτερωτής του ανεμιστήρα. Αυτός ήταν και ο τελευταίος ήχος που ακούει στη ζωή του. Ο άντρας με το δίκοχο τον παίρνει στα χέρια και τον πετά με μανία πάνω στο τρένο. Το συγκεκριμένο βαγόνι είχε έναν αριθμό πάνω του: τρία, δύο και ξανά τρία. Ο Ελτσίν δεν ξέρει ούτε να μετράει. Και δε θα μάθει ποτέ.

Το τρένο περνά, οι μπάρες ανεβαίνουν και ο οδηγός του γιωταχί μπαίνει στο αμάξι και φεύγει.

Στην Ιερά Οδό, από την κάτω πλευρά τώρα, ο Ελτσίν και ένα δίκοχο.

Τελικά, θέλει πολλές ζωές για να περάσεις αυτό το ποτάμι.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s