Ο ΕΠΟΜΕΝΟΣ

Γράφει ο Θωμάς Σίδερης

ΟΑΕΔ, 1ος όροφος. Εκεί που βγάζουν τις κάρτες ανεργίας. Εννιά και μισή το πρωί. Δεν πέφτει καρφίτσα. Εβδομήντα με ογδόντα άτομα, μπορεί και παραπάνω. Καμιά εικοσαριά καρέκλες αραδιασμένες στη σειρά. Οι υπόλοιποι όρθιοι.

Παρατηρώ τις καρέκλες. Ανοιχτό πράσινο, ξεθωριασμένο, του ΠΑΣΟΚ. Κλασικές καρέκλες γραφείου. Χνουδωτό ύφασμα, μαύρη πλαστικήπλάτη και μεταλλικά ποδαράκια. Αγορασμένες την εποχή της Μεγάλης Φούσκας. Ο προμηθευτής έκανε γερή μπάζα. Όποια υπηρεσία είχε κενό χώρο, την έστρωσε με πράσινη καρέκλα: ΙΚΑ, εφορίες, υποθηκοφυλακεία, πολεοδομίες και δε συμμαζεύεται.Δέκα και πέντε. Το μηχάνημα που βγάζει τα χαρτάκια της αναμονής μού ‘χει σπάσει τα νεύρα. Ξερνάει συνεχώς χαρτάκια, αλλά ο φωτεινός πίνακας με τα νούμερα έχει κολλήσει στο 39. Άλλη μπίζνα κι αυτή με τον φωτεινό πίνακα και τα χαρτάκια της υπομονής. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα ανέθρεψε μία ολόκληρη γενιά εργολάβων. Φοιτητές μπορεί να μην έβγαλε καλούς, αλλά οι εργολάβοι της ήτανε όλοι ένας κι ένας.
Παρατηρώ τον γκισέ. Οκτώ γραφεία, οκτώ οργανικές θέσεις. Εν προκειμένω, καρέκλες. Μόνο οι δύο πιασμένες. Οι άλλοι έξι κ…οι αγνοούνται. Λίγο μετά τις εννιά και μισή αγνοείται και ο έβδομος, αφού σηκώθηκε κάπου να πάει και δέκα και δέκα πια, δεν έχει επιστρέψει.

Πίσω από τα γραφεία κάτι ντουλάπες. Η μία ανοιχτή. Οι φάκελοι παραφουσκωμένοι, άλλοι δεμένοι με κορδονάκι και άλλοι όχι, όλοι με βεβαιωμένο ανεμογκάστρι. Πάνω στις ντουλάπες κάτι σκονισμένα χριστουγεννιάτικα στολίδια αδημονούν εδώ και δέκα μήνες για μία θέση
στην εποχική αγορά εργασίας τους. Φέτος το δεντράκι είναι πεσμένο και καχεκτικό όσο ποτέ, χειρότερο κι από το αποτέτοιο του πιο κοντοπίθαρου Κινέζου, εν προκειμένω του Σημίτη.

Πάνω σε μια ντουλάπα με σελοτέιπ μια αφίσα της Λιβαδιάς. Πάντα το ΠΑΣΟΚ ήταν μια μικρή Λιβαδιά. Ρωτήστε τη Δαμανάκη κι όλους τους άλλους και τις άλλες σαν κι αυτή. Μια σύντομη στάση για κατούρημα, ένα καλαμάκι που βρωμοκοπάει γουρουνίλα στο χέρι, ίσως κι ένα γρήγορο πήδημα στο hotel “Τα σαράντα παλικάρια”.

Δέκα και εικοσιπέντε. Η μία και μοναδική υπάλληλος σηκώνει το τηλέφωνο και μιλά με κάποιον, προφανώς τον προϊστάμενό της.
“Θέλω να πάω για κατούρημα”, του λέει. Πιθανότατα ο άλλος της λέει ότι προσπαθεί να βρει πρόφαση για να την κάνει κι αυτή. “Δε θα μου πεις εσύ αν κατουριέμαι ή όχι” του πετάει στα μούτρα και του κλείνει το τηλέφωνο.

Προσπαθώ να δω το πρόσωπό της, μέσα από τις ξεχαρβαλωμένες περσίδες. Είναι μες στα νεύρα. Μασουλάει μια τσίχλα, τρώει τα νύχια της και φτύνει το ξεφλουδισμένο βερνίκι. Είναι αγενής, απαίσια, μισητή.

Έντεκα παρά τέταρτο και ζήτημα αν εδώ και μιάμιση ώρα έχει εξυπηρετήσει δέκα ανθρώπους. Διαρκώς ζητάει χαρτιά και δικαιολογητικά που λείπουν, χώνεται για ολόκληρα λεπτά μέσα στη ντουλάπα κι αναρωτιέμαι αν θα την καταπιεί ή αν θα ξαναβγεί κάποτε, στέκεται βλοσυρή μπροστά από την υπολογιστή της και κάθε τόσο σηκώνει το κινητό της για να δει αν είχε κλήση.

Έντεκα και δεκατρία πρώτα λεπτά έρχεται και η εξαφανισμένη συνάδελφός της. Η πρώτη είναι έτοιμη να της χιμήξει και να τη γδάρει. Η άλλη βγάζει από τον ώμο και κρεμάει τη τσάντα της στον καλόγερο. Προσέχω ότι στον καλόγερο έχουν δέσει ένα κορδονάκι από τις περσίδες, προφανώς για να τις κρατάει και να μην τους έρθουν στο κεφάλι. Τώρα η όρθια βγάζει αργά τη ζακέτα της. Για να αποτελειώσει τα νεύρα της καθιστής. Έντεκα και δεκαεπτά, επιτέλους κάθεται.

Έντεκα και δεκαοχτώ ανακατεύουν τα χαρτιά που είναι μπροστά τους και βρίζονται χαμηλοφώνως. Έντεκα και δεκαεννιά βρίζονται μεγαλόφωνα. Έντεκα και είκοσι, κι ενώ έχω κλείσει δυο ώρες στον ΟΑΕΔ, πιάνονται στα χέρια. Έντεκα και εικοσιένα έρχεται ένας κοιλαράς, που το ενιαίο μισθολόγιο τον έριξε στα εννιακόσια ευρώ, είναι ο προϊστάμενος, και τους λέει να πάνε στο γραφείο του.

Δώδεκα παρά δέκα ξανακάθονται στις θέσεις τους. Δώδεκα και εικοσιπέντε πλησιάζω επιτέλους τον γκισέ και δίνω στην πρώτη τη ληγμένη κάρτα ανεργίας μου. Μου ζητάει μια σειρά δικαιολογητικών. Της λέω ότι πρόκειται για ανανέωση. Δε μ’ ακούει και μου ξαναλέει από την αρχή τα δικαιολογητικά. Της λέω ότι τα είχα φέρει παλιά και ότι την προηγούμενη φορά μου την ανανέωσε χωρίς να μου τα ζητήσει.

Δώδεκα και εικοσιοχτώ φωνάζει “Ο επόμενος!” Προσπαθώ να πιαστώ από κάπου και της λέω ότι όλα τα στοιχεία μου βρίσκονται στο κομπιούτερ. Ξαναφωνάζει “Ο επόμενος!”.

Νιώθω ντροπή και ταπείνωση.

Υ.Γ. Ο επόμενος ήτανε ένας πατέρας που ήρθε να βγάλει για την κόρη του, που μόλις είχε τελειώσει τα ΤΕΙ, κάρτα ανεργίας. Τον ακούω να λέει, δεν κατάλαβα σε ποιον, το εξής: “Και που θα βγάλει την κάρτα, δεν πρόκειται να κάνει τίποτα. Αυτά τα παιδιά είναι τελείως χαμένα. Είναι μια χαμένη γενιά”.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s