Το πρόσχημα της εφεδρείας

 

Η εφεδρεία είναι το πρόσχημα. Η πραγματική αιτία είναι η ταπείνωση, η ψυχική μας εξόντωση, η κάμψη του ηθικού μας διά παντός.

Του Θωμά Σίδερη

Στο στρατό, μας αραδιάζανε πρωινιάτικα στον χώρο αναφοράς, ο λοχαγός κύριος Κ. ούρλιαζε “Ηθικό;” κι όλοι εμείς από κάτω –ομοιόμορφοα κοντοκουρεμένα κεφάλια- βροντοφωνάζαμε “Ακμαιότατον!”

Πολλά πολλά χρόνια αργότερα, ένα πρωινό, όχι στο αποψιλωμένο χόρτο ενός χώρου αναφοράς, αλλά σ’ ένα γκρίζο και θλιβερό γραφείο, η Κατερίνα πρώτα και λίγο αργότερα κι εγώ.

Η Κατερίνα δεν ήθελε ν’ αποφασίσουν οι άλλοι γι’ αυτήν. Αποφάσισε να θέσει η ίδια τον εαυτό της σε αναγκαστική εφεδρεία, με κατεβασμένο το κεφάλι και θρυμματισμένο ηθικό.

Με την Κατερίνα γνωριζόμαστε χρόνια. Όχι πολλά, αλλά αρκετά για να μου βγάλει μια κολλημένη τρίχα απ’ το σακάκι ή για να με ρωτήσει “τι έκανες πάλι και ξενύχτησες. Έλα κάτσε, κερνάω καφέ”. Παρατηρητική, διεισδυτική και διακριτική, πολύ διακριτική.

Στο γραφείο της σχεδόν πάντα γεμιστά μπισκοτάκια και φωτογραφίες, πολλές φωτογραφίες, κομμένες από περιοδικά, εφημερίδες και προσπέκτους. Όχι συνηθισμένες εικόνες, ένα περίεργο κολάζ, μια αντισυμβατική ποιητική ανθολογία.

Και αποκόμματα, όχι πολλά, αλλά άξια λόγου. Η Κατερίνα είναι από τους ανθρώπους που όταν διαβάζει κάτι ενδιαφέρον στην εφημερίδα, το κόβει με τη δέουσα προσοχή, από μονόστηλο μέχρι και ολόκληρο τετράστηλο, και το φέρνει στη δουλειά της. Θα το δώσει σε κάποιον να το διαβάσει, εάν κάποτε η κουβέντα φέρει κάτι σχετικό ή αν την εμπνεύσει ο συνομιλητής της.

Ξέχασα να πω ότι η Κατερίνα είναι γραφίστρια. Δούλεψε για χρόνια σε μεγάλα περιοδικά κι έχει κάνει εξώφυλλα και σελιδοποίηση σε δεκάδες βιβλία, μπορεί και εκατοντάδες. Γνωριστήκαμε μέσα απ’ τα βιβλία και με κάθε ευκαιρία, για βιβλία μιλούσαμε. “Το διάβασες αυτό; Να το διαβάσεις. Είναι καλό”.

H Κατερίνα κάποιες φορές με μάλωνε και μ’ έπαιρνε από τα μούτρα. “Όχι αγάπη μου, δε θα με τρελάνεις εσύ”. Αυτό το “όχι αγάπη μου” με διασκέδαζε αφάνταστα. Γιατί η Κατερίνα είναι μια γραφίστρια θεατράλε: μια κωμίκα του Photoshop ή μια καρατερίστα του Quark Express. Θα μπορούσε εντέλει να είναι μία από τις “Τρεις Χάριτες” ή η “Ιοκάστη”, αρκεί να μην ξεχνούσες να πας στο δείπνο της.

Κάποτε ανταλλάξαμε δυο τρία e mail διαμαρτυρίας. Εγώ στο Ηράκλειο της Κρήτης κι εκείνη να δουλεύει μέχρι πολύ αργά ένα ημερολόγιο που της είχα δώσει “δια το νέο έτος”, που νομίζαμε απατηλώς ότι θα είναι καλύτερο από το προηγούμενο, όπως πολλοί άλλοι, πνιγμένοι ομαδικώς στις αυταπάτες μας. Όταν επέστρεψα, μου έδειξε τα πρώτα δείγματα. “Μου ‘βγαλες την ψυχή, αλλά…”

“Αλλά το ‘κανα για σένα”. Δεν το ‘λεγε, αλλά εγώ το ήξερα. Κι η Κατερίνα έκανε πολλά για τους άλλους. Ακόμα κι ένα φυλλάδιο για πίτσα να της έδινες, θα πίστευες ότι θα το πάρουν στα χέρια τους ο Καρυωτάκης ή ο Λαπαθιώτης για να παραγγείλουν μία μαργαρίτα και δυο μπίρες παγωμένες. “Γιατί η ποίηση, αγάπη μου, είναι κρυμμένη παντού”.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Κατερίνα, στα πενήντα πέντε της, γράφτηκε στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο για να σπουδάσει Ελληνικό Πολιτισμό. Προσφέρουμε και τέτοιο ακαδημαϊκό προϊόν σ’ αυτή την καμένη –μεταφορικώς και κυριολεκτικώς- χώρα. Φοιτήτρια η κόρη της, φοιτήτρια κι η Κατερίνα.

Πριν από μια βδομάδα, μπήκα στο γραφείο της. Η Κατερίνα όρθια, μάζευε αργά τα προσωπικά της αντικείμενα. “Τι έγινε; Γιατί το κάνεις αυτό;” τη ρώτησα. Γύρισε και με κοίταξε θλιμμένη. “Δεν αντέχω άλλο που συμβαίνει γύρω μου. Θα βγω στη σύνταξη”. “Μα πώς;”, επέμεινα εγώ. “Ρώτησα εργατολόγο. Έχω όλες τις προϋποθέσεις”. “Έγινε κάτι ξαφνικά;” “Όχι, απλώς δεν αντέχω”. “Τι ακριβώς;” “Όλα!”.

Την ώρα που δίπλωνε ένα απόκομμα για να το βάλει στην τσάντα της, γύρισε και μου είπε: “Την Κυριακή πήγα με μια φίλη μου στην Εθνική Πινακοθήκη. Δεν ξέρεις τι ωραία που ήταν. Κι όταν τελειώσαμε την ξενάγηση, βγήκαμε έξω. Είχε έναν καταπληκτικό μεσημεριάτικο ήλιο και δε θέλαμε να γυρίσουμε σπίτι. Μπήκαμε στο αυτοκίνητο χωρίς να ξέρουμε πού πηγαίνουμε. Καταλήξαμε στη Μονή Καισαριανής, Περπατήσαμε το μονοπατάκι, ανάμεσα στα δέντρα. Να πάρεις τα παιδιά και να πας. Θα σας αρέσει”.

Όση ώρα μού μιλούσε, περιεργαζόμουν τα δάχτυλά της που έπαιζαν με το απόκομμα. Η Κατερίνα με πρόσεξε. “Πάρτο να το διαβάσεις, αλλά μην το χάσεις”.

Γύρισε κι έριξε μια τελευταία ματιά πίσω της. Το γραφείο σπαραχτικά αδειανό, σαν την Πρέβεζα μετά τον Καρυωτάκη. Θυμάμαι ακόμα τα τελευταία λόγια της. “Έχουμε ανάγκη να προσέξουμε τα πολύ κοντινά και δικά μας πράγματα. Τους πολύ κοντινούς και δικούς μας ανθρώπους. Μόνο έτσι θα κρατηθούμε όρθιοι και ζωντανοί”. Τότε σκέφτηκα να της πω “θα μου λείψεις”, αλλά δε μ’ αρέσουν τα μελοδραματικά.

Σήμερα, μια εβδομάδα μετά, δεν μπορώ να μην το πω. Μου λείπεις…

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s