Η ανάμνηση απ’ τη Greece θα σου μείνει forever

Σύνταξη: Δημήτρης Πετακάκης

Αεροπορικά εισιτήρια check, διαβατήρια check, ταυτότητες check, ταξιδιωτικές επιταγές check, μετρητά check, αποσκευές check, βρύσες-διακόπτες check, κλειδαριές check. Όλα έτοιμα, και να και το ταξί, στην ώρα του. «Στο αεροδρόμιο, παρακαλώ», είπε με σίγουρη και δυνατή φωνή ο Λανς. «Με την ησυχία σου, έχουμε μια ώρα μέχρι να αναχωρήσει η πτήση», συμπλήρωσε.  «Και για πού με το καλό, αν επιτρέπεται;», ρώτησε ο ταξιτζής. «Ελλάδα, θα γυρίσουμε τα ελληνικά νησιά», αποκρίθηκε αμέσως ο Λανς. «Ήταν πάντα το όνειρό μας να επισκεφθούμε την Ελλάδα και τα νησιά της». Και κάπου εκεί η κουβέντα τελείωσε. Μισή ώρα μετά έφτασαν στο αεροδρόμιο. Στάθηκαν στην ουρά και δέκα λεπτά μετά είχαν κιόλας τακτοποιηθεί στις θέσεις τους στο αεροσκάφος.

Η συγκίνησή τους ήταν μεγάλη! Δύο εβδομάδες περιπλάνησης στην ιστορία, τον πολιτισμό και φυσικά τις γεύσεις της ελληνικής κουζίνας. Οι φίλοι τους στο Βισμπάντεν θα σκάσουν από τη ζήλια τους! Το ταξίδι ήταν τελικά πιο σύντομο από ό, τι περίμεναν. Να ήταν λόγω της έντονης προσμονής τους; Βοήθησε, βέβαια, και ο υπνάκος που πήραν αφού τους περίμεναν άλλες τρεις ώρες ταξίδι μέχρι τον πρώτο τους σταθμό. Η προσγείωσή τους ήταν ιδανική. Όλα έδειχναν να πηγαίνουν καλά.

Αφού παρέλαβαν τις αποσκευές τους, κατευθύνθηκαν προς την πιάτσα των ταξί. Σε δύο ώρες έπρεπε να είναι στο καράβι. Θα έτρωγαν ένα πρόχειρο σνακ στο λιμάνι αν είχαν χρόνο και το κυρίως γεύμα στο πλοίο, αφού είχαν κλείσει θέση σε καμπίνα. Σήκωσαν, λοιπόν, το χέρι, όπως συνηθίζεται σε αυτές τις περιπτώσεις και προς έκπληξή τους όχι ένα αλλά τρία ταξί σταμάτησαν στο σημείο που βρίσκονταν.  «Μπράβο εξυπηρέτηση», ψιθύρισε ο Λανς και καλημέρισε στα αγγλικά τον οδηγό. Εκείνος πάλι έμοιαζε πολύ απορροφημένος από το φόρτωμα των αποσκευών και δεν απάντησε, πράγμα που αντί να προκαλέσει απορία στο Λανς απεναντίας του έκανε θετική εντύπωση. «Πρώτα η δουλειά», σκέφτηκε, «πόσο αφελής είμαι μερικές φορές», αναρωτήθηκε και μπήκαν μαζί με τη σύζυγο του στο ταξί. 45 χιλιόμετρα μέσα στην καυτή Αθήνα, στην καρδιά του καλοκαιριού δεν ήταν και εύκολο πράγμα. Αλλά δεν ήταν ώρα για παράπονα και γκρίνιες. Η χαρά του ζευγαριού ήταν ολοφάνερη, σε σημείο που ούτε καν τους πέρασε από το μυαλό να διαμαρτυρηθούν στον οδηγό που σταματούσε κάθε 100 μέτρα και έπιανε συζήτηση με ανθρώπους στην άκρη του δρόμου, λέγοντας συνεχώς «De volevei, de volevei» ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων. Σύντομα απέκτησαν και παρέα στο ταξί, αφού ένας ηλικιωμένος κύριος κάθισε στο μπροστινό κάθισμα έπειτα από ένα μικρό διάλογο που είχε με τον οδηγό: «Κηφισιά  βολεύει;»,  «Πειραιά πάω αλλά έλα, θα κάνουμε μια παράκαμψη, αυτοί Γερμανοί είναι δεν ξέρουν από Αθήνα».

Η ζέστη; Αφόρητη!! Ο Λανς είπε στα αγγλικά στον οδηγό μήπως μπορεί να ανοίξει το air condition και εκείνος με βλέμμα γεμάτο δυσαρέσκεια άνοιξε τα παράθυρα του αυτοκινήτου αποκρινόμενος: «Greece air condition, το καλύτερο από όλα!», και έπιασε ψιλή κουβέντα με τον πελάτη στην μπροστινή θέση, ανάβοντας και ένα τσιγάρο. Οι άμοιροι τουρίστες κοιτάχτηκαν απορημένοι αλλά δεν έδωσαν συνέχεια. «Μάλλον δε θα κατάλαβε καλά τι του είπα», σκέφτηκε ο Λανς. Λίγο αργότερα ο έτερος συνεπιβάτης τους κατέβηκε από το ταξί και αφού έδωσε 15 ευρώ στον οδηγό  συνέχισαν την πορεία τους.

Τρία τέταρτα αργότερα αντίκρισαν το λιμάνι του Πειραιά. «Επιτέλους φτάσαμε», είπε η σύζυγος του Λανς. «Τι σας χρωστάμε;», ρώτησε, κάνοντας τη γνωστή κίνηση του αντίχειρα με το δείκτη. «Εκατόν πενήντα  ευρώ και λίγα σας παίρνω με τέτοιο κύκλο που κάναμε», είπε εκείνος. «Ουάν χαντρεντ εντ φίφτι», συμπλήρωσε. «Άντε ρε, τι με κοιτάτε σαν χαζοί και οι δύο; Έχουμε και δουλειές, τι είμαστε σαν εσάς τουρίστες;». Οι δύο εκ της αλλοδαπής ορμώμενοι πρωταγωνιστές μας δεν πίστευαν στα αυτιά τους. 150 ευρώ; Πώς ήταν δυνατόν; Το εισιτήριο με το αεροπλάνο έως την Αθήνα τους στοίχισε 120. Το πλοίο, όμως, σήκωνε άγκυρα σε 20 λεπτά και δεν είχαν καιρό για συζητήσεις. Πλήρωσαν, λοιπόν, απρόθυμα είναι αλήθεια και κατευθύνθηκαν προς την προβλήτα.

Εκεί πληροφορήθηκαν πως λόγω μηχανικής βλάβης το καράβι θα καθυστερούσε έως ότου επισκευαστεί. Οι επιλογές τους λίγες. Αποφάσισαν, λοιπόν, να καθίσουν σε ένα παρακείμενο καφενείο να πιουν κάτι δροσιστικό. Παρόλο που δε βρήκαν άδειες καρέκλες, μόλις έγιναν αντιληπτοί από τον ιδιοκτήτη εκείνος τους έφερε από το βάθος του μαγαζιού δύο παλιές ψάθινες καρέκλες και ένα μισοσκουριασμένο τραπέζι. «Τούριστ, τούριστ;», τους ρώτησε. «Γιες τούριστ», αποκρίθηκαν εκείνοι. Παρήγγειλαν δύο αναψυκτικά και δύο σάντουιτς ταλαιπωρημένοι καθώς ήταν από την κούραση του ταξιδιού. Μία ώρα αργότερα είδαν κίνηση στην προβλήτα και σηκώθηκαν να πληρώσουν και να πάνε στο πλοίο. Φώναξαν το σερβιτόρο αλλά αυτός τους παρέπεμψε στο αφεντικό που ανταποκρίθηκε άμεσα -για να λέμε και του στραβού το δίκιο.  «Τι σας χρωστάμε;»,  τον ρώτησαν. «16 ευρώ», τους απάντησε εκείνος. «Μήπως έχετε κάνει κάποιο λάθος;», τον ρώτησαν. «Σύμφωνα με τον κατάλογο δύο αναψυκτικά και δύο τοστ κάνουν 7 ευρώ». «Νο, νο», τους διέκοψε εκείνος. «Αυτός είναι παλιός κατάλογος και δε γράφει τις σωστές τιμές. Τι θα γίνει τώρα θα με πληρώσετε με το καλό ή θέλετε φασαρίες;», απάντησε εκείνος με αυστηρό ύφος. Τώρα εδώ που τα λέμε δεν είμαστε για φασαρίες, σκέφτηκαν οι δύο ατυχείς επισκέπτες και πλήρωσαν το αντίτιμο της ατασθαλίας τους.

Και να’ σου τους πάνω στο καράβι να βρίσκονται στη ρεσεψιόν. Ένας υπνάκος θα ήταν ό, τι πρέπει με τόση κούραση, σωματική και ψυχολογική. «Χελλόου. Γουέλκαμ το Σούπερσπιντ Ειτζίαν Φέρις. Γιορ νέιμς πλιζ;». «Λανς εντ Μέρκελ Λέβενμπραου», απαντούν εκείνοι με έκδηλη την επιφύλαξη στα πρόσωπά τους Η υπάλληλος στη ρεσεψιόν, ευγενέστατη η κοπέλα δεν μπορώ να πω, τους πληροφορεί με μεγάλη της λύπη πως από λάθος καταχώρηση και διπλοεγγραφή η καμπίνα τους έχει δοθεί σε κάποιον άλλο που βρίσκεται ήδη μέσα και πως μπορεί να τους βάλει στο κατάστρωμα, κατά παράβαση, βέβαια, των κανονισμών, έως ότου βρεθεί κάποια λύση. Είναι, όμως, όπως τους λέει διατεθειμένη να τους παρέχει μια γενναία έκπτωση για το επόμενο ταξίδι τους. Ο Λανς εμφανώς εκνευρισμένος ζητά να μιλήσει με τον υπεύθυνο για του δώσει ικανοποιητικές εξηγήσεις. Ήταν τότε που ακούστηκαν από πίσω του φωνές διαμαρτυρίας των επόμενων στη σειρά πελατών, στην πλειοψηφία τους Έλληνες. «Άντε ρε παιδί μου, τελειώνετε. Μας έχει φάει η ορθοστασία», «Τι θα γίνει, κοπελιά, θα μπούμε μέσα καμιά ώρα; Μας έχετε σαν ζώα εδώ και περιμένουμε». «Τι δεν καταλαβαίνει ο μαλάκας τόση ώρα; Άντε ρε βόδι, προχώρα μην έρθω και σου δώσω τα δόντια να τα φας ένα ένα. Σκατογερμανοί, χιμπατζήδες μου θέλετε και θάλασσα» και άλλα τέτοια όμορφα.

Μπροστά στην πίεση των από πίσω και εμφανώς τρομαγμένοι οι δύο πρωταγωνιστές μας πήραν το δρόμο για το κατάστρωμα. Εκεί αντίκρισαν ένα πρωτοφανές για αυτούς θέαμα. Κόσμος κάθε λογής, κάθε κουλτούρας και καταγωγής, μικροί, μεγάλοι, γυναίκες, μωρά, ντόπιοι και αλλοδαποί ένα κουβάρι. Θέση πουθενά. Αρκετοί είχαν απλώσει τα πόδια τους και έπιασαν δύο και τρεις θέσεις, αδιαφορώντας για τους όρθιους, άλλοι είχαν απλώσει στις θέσεις ταπεράκια με φαγητά και γευμάτιζαν, άλλοι είχαν βάλει στις θέσεις τα κατοικίδιά τους και άλλοι πάλι τις αποσκευές τους να τις έχουν κοντά τους, ώστε να μην κινδυνεύουν από τους βάρβαρους και απολίτιστους συνταξιδιώτες τους. «Χριστέ μου», αναφώνησε χαμηλόφωνα ο Λανς. «Τι γίνεται εδώ; Είναι δυνατόν να γίνεται αυτή η κατάσταση ανεκτή από τους υπεύθυνους της εταιρείας; Αποκλείεται να γνωρίζουν τι συμβαίνει και να μην κάνουν τίποτε για αυτό», σκέφτηκε καθώς κοιτούσε έναν «κύριο» που καθόταν δίπλα σε μια ταμπέλα που έγραφε «Κρατήστε τις θάλασσες μας καθαρές» να πετάει τη γόπα του τσιγάρου του στη θάλασσα.

Τη σκέψη του διέκοψε η βραχνή φωνή ενός μικροπωλητή. «Κύριος, γουστάρεις ρολογάκι Βούλγαρι με 30 ευρώ;». Ο Λανς τον κοίταξε με απορία και εκείνος συνέχισε: «Άντε, με κατάφερες, ρε μπαγάσα. Δώσε ένα εικοσάρι και πάρ’ το. Με κλέβεις αλλά χαλάλι σου, ξέρεις να κάνεις παζάρια». Ο Λανς πήρε τη σύζυγο του και κατευθύνθηκαν στην κουπαστή. Ο αέρας της θάλασσας ήταν ό, τι καλύτερο μπορούσε να σκεφτεί. «Τι διάολο ψιθύρισε. Τρεις ώρες είναι θα περάσουν». Το καράβι, όμως, δεν έδειχνε να καταπίνει τα μίλια της απόστασης και ρώτησε ένα μέλος του πληρώματος γιατί ταξιδεύουν τόσο αργά. «Αργά;», τον ρώτησε με εμφανή απορία ο ναύτης. «Ξέρετε πόσο έχει πάει το πετρέλαιο, κύριε; Στο Θεό. Πάλι καλά που ξεκινήσαμε δε λέτε;»,  του απάντησε εκείνος με θυμωμένο είναι αλήθεια ύφος.

Να μη σας τα πολυλογώ πέντε ώρες μετά έπιασαν λιμάνι στον πρώτο σταθμό του ταξιδιού τους. Η ώρα περασμένες εννέα. «Πρέπει να βρούμε κάπου να μείνουμε το βράδυ», είπε ο Λανς στη Μέρκελ. Για καλή τους τύχη στο λιμάνι είδαν έναν άνθρωπο να κρατάει ένα ταμπελάκι στο χέρι σηκωμένο ψηλά και να φωνάζει: «Rooms to let, full pansion». «Επιτέλους και μια καλή είδηση», σκέφτηκαν οι δύο σύντροφοι. «Χελλόου», είπε ο Λανς. «Χάου μάτς περ ρουμ;». «Τούριστ, τούριστ;», ρώτησε ο κύριος με το ταμπελάκι. «Γιες τούριστ», αποκρίθηκε ο Λανς. «Ντοντ γουόρι φορ δε μάνεϊ, ρε μίστερ. Θα τα βρούμε». «Φόλοου μι». Και έτσι ξεκίνησαν για το σπίτι. Ένα διώροφο παραδοσιακό σπίτι με θέα στη μπουγάδα της απέναντι. «Χίαρ ιτ ιζ. Βέρι μπιούτιφουλ χάουζ εντ όνλι 80 γιούρος φορ γιου», είπε με καμάρι και ενθουσιασμό ο περήφανος ιδιοκτήτης της μονοκατοικίας. «Νο, νο very expensive and too small», απάντησε ο Λανς. «30 euro is a fair price». «Τι; Τριάντα ευρώ; Για μαλάκες ψάχνεις, ρε; Με 30 ούτε στην παραλία δεν κοιμάσαι, ρε. Πάρε τον πούλο για να μην σε αρχίσω στις γρήγορες. Κωλοτουρίστες. Διακοπές με πενταροδεκάρες. Ψωριάρηδες.». Και γύρισε να φύγει. Ο Λανς τον πρόλαβε. «Οκ, οκ 50 euros», του είπε κοιτώντας και τη σύντροφό του που ήταν φανερά κουρασμένη και ταλαιπωρημένη. « Ρε, 80 θες; Ναι ή όχι; Μη με ζαλίζεις!», ανταπάντησε ο μελαμψός κύριος. Το δίλημμα ήταν απλό: Ύπνος στην παραλία ή κάπου αλλού τέλος πάντων ή 80 ευρώ στον εν λόγω κύριο. Δεν είναι και δύσκολο να φανταστείτε τι επέλεξαν οι δύο ατυχείς επισκέπτες. Το μόνο που ήθελαν ήταν ένα κρεβάτι να ξεκουραστούν για λίγες ώρες.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά ξημέρωσε. Ο Λανς σηκώθηκε να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο του και να κάνει ένα ντους, προτού αναχωρήσουν για το λιμάνι. Το πλοίο για τον επόμενο σταθμό τους έφευγε σε μία ώρα. Άνοιξε, λοιπόν, τη βρύση αλλά νερό σταγόνα! Το ντους τα ίδια! Κατέβηκε κάτω στο ισόγειο να μιλήσει στον ιδιοκτήτη για το θέμα. Αφού του εξήγησε με κόπο τι συνέβαινε εκείνος του είπε με ύφος αγανακτισμένο: «Αυτοί οι απατεώνες στο Δήμο πάλι το κόψανε. Μόνο λεφτά ζητάνε. Καρφί δεν τους καίγεται για το πώς τα βγάζουμε πέρα εμείς οι μεροκαματιάρηδες. Και εσύ μου λες Ευρώπη. Σκατά είμαστε. Όσο κλέβουν τον κοσμάκη  αυτά θα γίνονται».

Ο Λανς δεν πολυκατάλαβε τι του είπε αλλά από το ύφος του συμπέρανε πως μάλλον θα έπρεπε να ξεχάσει το πρωινό ντους. Ανέβηκε, λοιπόν, επάνω, εξήγησε με δύο λόγια στη Μέρκελ τι είχε συμβεί και με βήμα ταχύ ξεκίνησαν για το λιμάνι. Εκεί  πεινασμένοι καθώς ήταν, κάθισαν σε ένα καφέ και παρήγγειλαν πρωινό για δύο. Είχαν 45 λεπτά στη διάθεση τους μέχρι να επιβιβαστούν στο πλοίο. Μισή ώρα μετά τους σέρβιραν δύο πιάτα με ένα κρύο αυγό, λίγο ζαμπόν και τρεις φέτες ντομάτα στο καθένα. Το κόστος; 9 ευρώ! Πού χρόνος, όμως, για παράπονα. Μόλις δέκα λεπτά είχαν απομείνει. Πλήρωσαν και νηστικοί ξεκίνησαν για το πλοίο. Μόλις που πρόλαβαν να μπουν μέσα, αφού προς έκπληξή τους ξεκίνησε 5 λεπτά νωρίτερα. Αργότερα έμαθαν πως με το ίδιο καράβι ταξίδευε και η γυναίκα ενός Υπουργού. Μόλις τους πλησίασε ο ελεγκτής, του έδειξαν τα εισιτήριά τους και εκείνος τους συμβούλευσε να πάνε στο κατάστρωμα αφού για εκεί ήταν τα εισιτήρια τους. Τον παρακάλεσαν να μείνουν στο σαλόνι που ήταν σχεδόν άδειο αλλά εκείνος ανένδοτος.  «Ο νόμος είναι νόμος», τους είπε σε άπταιστα αγγλικά και απομακρύνθηκε. Άντε τώρα εσύ να αμφισβητήσεις το νόμο. Στο κατάστρωμα η θέα ήταν μαγευτική αλλά η ταχύτητα του πλοίου και πάλι απογοητευτική. Δε θα προλάβαιναν να δουν τίποτε στον επόμενο σταθμό με αυτόν το ρυθμό. Δεν είχαν άλλη επιλογή από το να αλλάξουν το πρόγραμμά τους. Αντί να επισκεφθούν 7 νησιά αποφάσισαν να επισκεφθούν 3 και να τους μείνει χρόνος για να δουν και κάποια αξιοθέατα.

Στον επόμενο σταθμό τους αποφάσισαν να μείνουν σε ξενοδοχείο και όχι σε δωμάτιο. Έτσι και έκαναν. Το δωμάτιο τούς στοίχισε μόνο 120 ευρώ. Φουλ σεζόν βλέπεις! Κοσμοσυρροή! Την επόμενη ημέρα και καθώς τους είχαν τελειώσει τα μετρητά ο Λανς πήγε στην πόλη για να κάνει ανάληψη. Μεγάλη μέρα η σημερινή! Θα έκαναν μια μικρή περιοδεία στο νησί με άλλους επισκέπτες σε αρχαιολογικούς χώρους με μεγάλη ιστορική αξία. Φτάνοντας στην τράπεζα, βρήκε πλήθος ανθρώπων που με κραυγές και άγριες διαθέσεις έσπρωχναν τους αστυνομικούς που επιχειρούσαν να ελευθερώσουν την είσοδο. Ρώτησε κάποιους που παρακολουθούσαν το θέαμα και έμαθε πως οι υπάλληλοι της τράπεζας είχαν κηρύξει τριήμερη απεργία διαμαρτυρόμενοι για τη μείωση των μισθών τους. Σε ερώτησή του προς έναν αξιωματικό της αστυνομίας σχετικά με τις επιλογές του πήρε την εξής απάντηση: «Απευθυνθείτε στην πρεσβεία σας, κύριε, δεν είναι δικό μου θέμα».

Απογοητευμένος, επέστρεψε στο ξενοδοχείο και είπε τα νέα στη σύζυγό του. Κοιτάχτηκαν για μισό λεπτό και μισή ώρα αργότερα βρισκόταν στο λιμάνι. Πήραν το επόμενο καράβι για τον Πειραιά και το ίδιο βράδυ πετούσαν για Φρανκφούρτη και από εκεί οδικώς για το Βισμπάντεν. Έπεσαν για ύπνο και έδωσαν μια υπόσχεση ο ένας στον άλλο. Την επόμενη φορά θα διάλεγαν για διακοπές κάποιο μέρος που θα φημίζεται λιγότερο για τον πολιτισμό και την ιστορία του και περισσότερο για το σεβασμό του στους επισκέπτες του και την προστασία της αξιοπρέπειας τους!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s