Το εθνικό παραμύθιασμα ενός ηττημένου λαού

ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΑΥΡΟΣ ΓΑΤΟΣ

Ο αποψινός ποδοσφαιρικός αγώνας μεταξύ Γερμανίας και Ελλάδας, καθώς και ο εθνικός ενθουσιασμός που τον συνοδεύει, είναι η απόδειξη του πόσο απελπιστικά ηττημένος είναι ο ελληνικός λαός.

Ας σοβαρευτούμε για μια στιγμή κι ας προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι σπάνιο για τις συνήθειες και το χαρακτήρα του λαού μας: να ΣΚΕΦΤΟΥΜΕ.

Όχι με την έννοια του «σκέφτομαι τις δουλειές που έχω να κάνω σήμερα» ή του «σε σκέφτομαι πολύ» ή ακόμη του «σκέφτομαι τι αυτοκίνητο ή υπολογιστή να αγοράσω», διότι όλες αυτές οι διανοητικές ενέργειες προϋποθέτουν μεν μία ορισμένη εγκεφαλική δραστηριότητα, αλλά σε καμία περίπτωση αυτό δεν σημαίνει ότι όπου υπάρχει εγκεφαλική δραστηριότητα, υπάρχει και σκέψη.

Η σκέψη δεν είναι διεκπεραίωση καθηκόντων ούτε υπορουτίνα, όπως λέμε στη γλώσσα των υπολογιστών.

Η πραγματική σκέψη ξεκινάει στο σημείο ακριβώς που τελειώνει η διεκπεραιωτική λογιστική και οι υπορουτίνες, τη στιγμή εκείνη που, αναπαράγοντας ληθαργικά στερεότυπες κινήσεις, χειρονομίες και συμπεριφορές, μένω για μια στιγμή μετέωρος και αναρωτιέμαι: τι κάνω; Τι σκέφτομαι; Και ακόμη περισσότερο: πώς πράττω και πώς σκέφτομαι; Με αυτή τη σκέψη ξεκινάει η αληθινή σκέψη.

«Σκέφτομαι πραγματικά» σημαίνει αρχίζω να σκέφτομαι τα πράγματα που με αφορούν από το μηδέν, ως εάν να μην είναι τίποτα δεδομένο. Καμία αλήθεια, καμία αξία, καμία αρχή, παρά μόνον αυτή που μου υπαγορεύει η ωμή πραγματικότητά μου και όχι αυτή που προτάσσω σαν παραπέτασμα για να παρηγορηθώ.

Από εκεί θα ξεκινήσω. Από το βαθμό μηδέν της ωμής πραγματικότητάς μου και των δεδομένων της που καταργούν κάθε άλλο παραδεδεγμένο δεδομένο. Σκληρή στιγμή που είναι λογικό να θέλει κανείς να την αποφύγει, δεν σε αποφεύγει όμως εκείνη.

Ας καθίσουμε, λοιπόν, για μια στιγμή κι ας σκεφτούμε σοβαρά…

Ποιος πραγματικά νοήμων πολίτης αυτής της χώρας σπαταλά την ενέργειά του ενδιαφερόμενος για την έκβαση της σημερινής ποδοσφαιρικής αναμέτρησης;

Ποιος πραγματικά νοήμων Έλληνας αφήνει τον εαυτό του να παρασυρθεί από το όργιο των συμβολικά φορτισμένων μαζικών εκδηλώσεων εν όψει του σημερινού αγώνα ή των όποιων άλλων επιθέσεων στο κοινό αίσθημα και στο εθνικό φρόνημα;

Υπάρχει κανείς πραγματικά συνειδητοποιημένος άνθρωπος σε αυτή τη χώρα που να νιώθει την ανάγκη να ανταπαντήσει στα προκλητικά εξώφυλλα των δανειστών μας, επαναλαμβάνοντας βλακώδη συνθήματα του τύπου «έτσι σας νικάνε αυτοί που σας χρωστάνε»;

Τι είδους ον είναι αυτό που συνεπαίρνεται απροβλημάτιστα από τη σαγήνη κάθε μορφής εθνικής ομοθυμίας, αγοράζει ελληνικές σημαίες από την Πατησίων και τρέχει χαρούμενο στην Ομόνοια να πανηγυρίσει δίπλα σε ημιθανείς ναρκομανείς και άστεγους ντόπιους και μετανάστες, συνθέτοντας ένα σκηνικό φρικωδίας και αποτροπιασμού;

Η ακόμη κι εκείνο που ναι μεν δεν βγαίνει στους δρόμους, αλλά παρ’ όλα αυτά ξεσπά οικογενειακώς σε παραλήρημα στο σαλόνι του σπιτιού του;

Υπάρχει βέβαια πάντοτε το γνωστό επιχείρημα των απανταχού υπέρμαχων του λαού που είναι και οι μεγαλύτεροι εχθροί του: ο λαός έχει επίγνωση της κατάστασής του (τη βιώνει άλλωστε), αλλά έχει επίσης την ανάγκη να εκτονωθεί, να ΞΕΧΑΣΤΕΙ, να νιώσει λίγη χαρά μέσα στη συνολική μιζέρια του.

Εξ ου και ο ορθός ορισμός του μίζερου: μίζερος και κακομοίρης δεν είναι αυτός που έχει προβλήματα, αλλά εκείνος που φωνάζει την ανάγκη του να διασκεδάσει τη μιζέρια του, να νιώσει λίγη χαρά. Πόσο αηδιαστικά μίζερη φράση: «να νιώσει λίγη χαρά»! Ένας λαός που θέλει να ξεδώσει, σαν εξαθλιωμένη γκόμενα που «πουλιέται» για ένα ξεροκόμματο και ένα πακέτο τσιγάρα. Οι κύριοι δεν δηλώνουν ποτέ τις ανάγκες τους όσο έντονες κι αν είναι αυτές. Είναι προπάντων κύριοι του εαυτού τους.

Κατά βάθος, όμως, ο λαός λατρεύει να τον «πουλάνε» και να τον «θυσιάζουν», και αυτό γιατί μόνον έτσι αποκτά πραγματικό λόγο ύπαρξης. Μόνο έτσι και μόνο τότε μπορεί να δικαιολογήσει την αθεμελίωτη υπόστασή του. Για να μην πούμε ότι όσο πιο πρόθυμος είναι ο ηγέτης να θυσιάσει το λαό του, τόσο πιο πολύ ο δεύτερος εξυψώνει και θεοποιεί τον πρώτο.

Όλα αυτά, όμως, για έναν ποδοσφαιρικό αγώνα; Για ενενήντα και κάτι λεπτά τηλοψίας;

Στις κοινωνίες, οι οποίες μοιάζουν πολύ με ζώντες οργανισμούς, οι ίδιες δομές επαναλαμβάνονται σε όλα τα επίπεδα, τόσο τα μακροσκοπικά όσο και τα μικροσκοπικά. Κοντολογίς, ό,τι συμβαίνει σε ένα σημείο Β της κοινωνίας αντανακλά κάτι που έχει συμβεί ή συμβαίνει σε ένα σημείο Α, ενώ την ίδια στιγμή αντηχεί σε ένα σημείο Γ, δημιουργώντας έτσι ένα δίκτυο αναπαραγωγής των ίδιων δομών που διασφαλίζουν τη διατήρηση της ίδιας της κοινωνίας. Αυτό επιστημονικά ονομάζεται αυτοποίηση: οι κοινωνίες αυτο-ποιούνται, τρεφόμενες από υλικά που οι ίδιες παράγουν.

Κατ’ αυτήν την έννοια, λοιπόν, το ποδόσφαιρο, όπως και το καθετί σε ένα οργανωμένο σύνολο δεν είναι ποτέ ένα απλό παιχνίδι. Ή, για να το πούμε διαφορετικά, είναι παιχνίδι, αλλά ένα πολύ ΣΟΒΑΡΟ παιχνίδι, επειδή ακριβώς αναπαράγει εντός του αυτό που το παρήγαγε, διασφαλίζοντας έτσι τη διαιώνισή του. Στις κοινωνίες τα πάντα είναι καθρέφτες άλλων καθρεφτών που με τη σειρά τους καθρεφτίζουν άλλους καθρέφτες επ’ άπειρον.

Στην προκείμενη όμως περίπτωση πραγματικότητας, στη δική μας περίπτωση πραγματικότητας, επιβάλλεται να σπάσουν μερικοί, τουλάχιστον εκείνοι που εξωραΐζουν, επιστρέφοντάς μας ένα στρεβλό είδωλο.

http://www.iefimerida.gr/news/56646/ngbn

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s